Τρίτη, 3 Ιανουαρίου 2017

Ο μπολσεβικισμός στην πράξη - Πολ Ποτ




Ο Σαλόθ Σαρ (Saloth Sar), όπως ήταν το πραγματικό όνομα του Πολ Ποτ, γεννήθηκε στις 19 Μαΐου του 1928, στο Πρεκ Σμπάουβ, στην πρώην Γαλλική Ινδοκίνα. Ο πατέρας του ήταν εύπορος καλλιεργητής ρυζιού, ωστόσο ο μικρός Πολ δεν εργάστηκε ποτέ στα χωράφια. Σε ηλικία έξι ετών τον έστειλαν στην Πνομ Πενχ, για να μείνει με ένα μεγαλύτερο αδερφό του και να μελετήσει το Βουδισμό. Τελικά αποφάσισε να γραφτεί σε ένα γαλλικό σχολείο και στη συνέχεια ένα καθολικό κολέγιο. Ο Πολ Ποτ δεν κατάφερε ποτέ να αποφοιτήσει, αν και αυτό δεν τον σταμάτησε από το να ''κερδίσει'' κυβερνητική υποτροφία για το Παρίσι όπου σπούδασε τηλεπικοινωνίες. Ούτε όμως στη Γαλλία κατάφερε να πάρει το πτυχίο του. Κατά την παραμονή του στο Παρίσι, έγινε μέλος του Γαλλικού Κομουνιστικού Κόμματος και όταν επέστρεψε στην Καμπότζη, εντάχθηκε στο Κομουνιστικό Κόμμα της Καμπότζης.  


Tο 1960 μαζί με άλλους κομμουνιστές αντάρτες της Καμπότζης ανέτρεψαν τους ηγέτες του κόμματος και ανέλαβαν τον έλεγχο. Στις αρχές του 1963 εκλέχτηκε νέος Γενικός Γραμματέας, μετά από τη ''μυστηριώδη εξαφάνιση'' του προηγούμενου γραμματέα.

Ο Πολ Ποτ ομιλεί στο κομμουνιστικό κόμμα Καμπότζης (1971)

Το 1966 ο Πολ Ποτ επισκέφτηκε την Κίνα και εντυπωσιάστηκε τόσο από την Πολιτιστική Επανάσταση που, όταν επέστρεψε στην Καμπότζη, ήταν αποφασισμένος να εφαρμόσει παρόμοιες τακτικές και στη δική του χώρα. Το κόμμα μετονομάστηκε σε Κομουνιστικό Κόμμα της Καμπουτσέας (ΚΟΡ), αν και έγινε ευρύτερα γνωστό ως ''Ερυθροί Χμερ''. 

Μάο και Πολ Ποτ

Οι Ερυθροί Χμερ άρχισαν να λαμβάνουν οικονομική βοήθεια από την Κίνα, που τους επέτρεψε να εκπαιδεύσουν και να εξοπλίσουν τους στρατιώτες τους ακόμη περισσότερο. Έτσι, ο μικρός όχλος ανταρτών, που αριθμούσε λιγότερα από 5.000 άτομα, μετατράπηκε σε μια καλά εκπαιδευμένη πολεμική μηχανή 100.000 ανδρών. Στις 17 Απριλίου 1975 κατέλαβαν την πρωτεύουσα Πνομ Πενχ και μετέτρεψαν τη χώρα σε ένα τεράστιο γκουλάγκ. 

Ο Πολ Ποτ, ως ανώτατος ηγέτης, ανακοίνωσε πως η χρονιά δεν ήταν πια ''1975'', αλλά το ''Έτος Μηδέν'' και ξεκίνησε την επανάσταση εξαναγκάζοντας τον αστικό πληθυσμό να εργαστεί σε ορυζώνες με σκοπό την ''αναγέννηση μέσω της αγροτικής παραγωγής''. 


Όλοι οι κάτοικοι ανεξαρτήτως επαγγέλματος, φύλου, ηλικίας, σωματικής κατάστασης μεταφέρθηκαν στην ύπαιθρο, ώστε να εργαστούν στα χωράφια. Κανείς δεν εξαιρέθηκε. Όποιος είχε την ατυχία να κατοικεί σε πόλη έπρεπε να εξαγνιστεί μέσω της σκληρής εργασίας. Αυτοί που δεν κατάφερναν να πιάσουν τις προβλεπόμενες ''νόρμες'' δεν δικαιούνταν συσσιτίου, η απλά…εκτελούνταν. Το σύνθημα των Ερυθρών Χμέρ ήταν ''Αν σε κρατήσουμε δεν κερδίζουμε τίποτα, αν σε σκοτώσουμε δεν χάνουμε τίποτα''. 
Οι ορυζώνες, που σύντομα ονομάστηκαν ''χωράφια του θανάτου'', γέμισαν υποσιτισμένους ανθρώπους οι οποίοι αγωνίζονταν ώστε να κερδίσουν ένα γεύμα, το οποίο θα ανέβαλλε για μια ακόμη μέρα το μοιραίο.

Τα ''χωράφια του θανάτου'' σπαρμένα με τα οστά
 των άτυχων θυμάτων του Πολ Ποτ. 

Σειρά είχε η ''κάθαρση'' του καπιταλισμού. Για το σκοπό αυτό κατάργησε τα χρήματα, σφράγισε πρεσβείες και απέκοψε κάθε επαφή με τον υπόλοιπο κόσμο κλείνοντας τα σύνορα. Όλοι οι ιδιοκτήτες, οι εργοδότες, ακόμη και οι υπάλληλοι τους σκοτώθηκαν μαζί με τα μέλη των οικογενειών τους. Σχολεία, τα νοσοκομεία και κάθε είδους δημόσιες υπηρεσίες έκλεισαν. 

Απαγορεύτηκαν επίσης οι σεξουαλικές σχέσεις,  τα κοσμήματα (αποδεικτικό πλούτου) και τα γυαλιά καθώς θεωρήθηκαν ένδειξη αστικής διανόησης. Κανένας πολίτης δεν μπορούσε να έχει μαζί του φωτογραφίες των δικών του ανθρώπων. Απαγορεύθηκε να διαβάζουν βιβλία, να θρηνούν το θάνατο των συγγενών τους και η πιο εξωφρενική εντολή ήταν ότι απαγορεύθηκε το γέλιο. Όλες οι θρησκείες απαγορεύτηκαν. Βουδιστικοί ναοί και χριστιανικές εκκλησίες κάηκαν αμέσως.  

Όσοι συλλαμβάνονταν να κρύβουν προσωπικά περιουσιακά στοιχεία, κρατούνταν και βασανίζονταν. Τα πάντα ανήκαν στο Κράτος, περιλαμβανομένων και των ανθρώπων. Η έννοια της οικογένειας θεωρήθηκε ''αστική'' και, επομένως, παράνομη. Έτσι οι γυναίκες χωρίστηκαν από τους άντρες τους, οι μητέρες από τα παιδιά τους. 


Τα παιδιά κάτω από την ηλικία των έξι ετών αποχωρίστηκαν τους γονείς τους και τη φροντίδα τους ανέλαβαν επίλεκτες ''γιαγιάδες'', που τους εμφύτευσαν τη σημασία της πίστης προς το Κόμμα, ενώ τα παιδιά ηλικίας από έξι μέχρι δώδεκα ετών προσχώρησαν σε ομάδες που χτένιζαν την ύπαιθρο, εντοπίζοντας όποιον δεν ακολουθούσε τις διαταγές του κόμματος.

Οι ομάδες αυτές ήταν οι πιο τρομακτικές από όλες. Τα μέλη τους, που φορούσαν κόκκινα μαντίλια, είχαν υποστεί απόλυτη πλύση εγκεφάλου και σκόρπιζαν τον όλεθρο σε ολόκληρη την Καμπότζη, πυροβολώντας τους πολίτες αδιακρίτως, χωρίς κανένα λόγο, πόσω μάλλον οποιαδήποτε νόμιμη δικαιολογία, βασισμένη σε κάποιο δικαστικό σύστημα. 

Ερυθροί Χμερ

Απολάμβαναν να κάνουν τους ενήλικους να τρομοκρατούνται και να πέφτουν στα γόνατα, ικετεύοντας για τη ζωή τους.  Στην Καμπότζη του Πολ Ποτ δεν υπήρχαν πανεπιστήμια, ούτε λύκεια, ούτε χρήματα, ούτε ταχυδρομεία, ούτε βιβλία, ούτε αθλήματα, ούτε ψυχαγωγία... Ούτε σου επέτρεπαν να έχεις ελεύθερο χρόνο στο διάστημα του εικοσιτετραώρου. Η καθημερινή ζωή διαιρείτο ως εξής: 12 ώρες σωματικής δουλειάς, 2 ώρες για φαγητό, 3 ώρες για ανάπαυση και πολιτική εκπαίδευση, 7 ώρες ύπνος. 



Οι Ερυθροί Χμερ χρησιμοποιούσαν συχνά παραβολές για να δικαιολογήσουν τις πράξεις τους και τις αντιφατικές διαταγές τους. Συνέκριναν το άτομο με ένα βόδι: ''Βλέπετε αυτό το βόδι που σέρνει το άροτρο; Τρώει εκεί που το βάζουν να φάει. Αν το αφήσουν να βοσκήσει σε ετούτο το λιβάδι, τρώει. Αν το πάνε σε ένα άλλο λιβάδι όπου δεν υπάρχει μπόλικο χορτάρι κι εκεί κάτι θα βρει να βοσκήσει. Δεν μπορεί να αλλάξει τόπο. Παρακολουθείται. Και όταν του λένε να σύρει το άροτρο, το σέρνει. Δεν σκέφτεται ποτέ τη γυναίκα του, τα παιδιά του...''

Ο Πολ Ποτ ήταν στενός φίλος του δημίου 
της Ρουμανίας Νικολάε Τσαουσέσκου

Στο τέλος του 1976 οι Ερυθροί Χμερ έθεσαν σε εφαρμογή ένα τετραετές γεωργικό σχέδιο, που υποτίθεται πως θα τριπλασίαζε τη γεωργική παραγωγή σε λιγότερο από δώδεκα μήνες. Ακόμα, ο Πολ Ποτ εισήγαγε ένα αυστηρό χρονοδιάγραμμα για τη σπορά και τη συγκομιδή της σοδειάς. 

Ωστόσο, δεν έλαβε υπόψη τις διαφορετικές καιρικές συνθήκες που επικρατούσαν στα διαφορετικά σημεία της χώρας. Έτσι, το 1977, παρόλο που ολόκληρος ο πληθυσμός της χώρας δούλευε στα χωράφια ή ασχολείτο γενικά με τη γεωργική παραγωγή, παρουσιάστηκε έλλειψη τροφίμων, που οδήγησε σε λιμό και θανάτους. Στο κάτω-κάτω δεν υπήρχαν κίνητρα προκειμένου κάποιος να παράγει περισσότερο και να εργάζεται σκληρότερα. Ο μόνος στόχος τους ήταν να παραμένουν ζωντανοί και αυτό οδήγησε κάποιους στον κανιβαλισμό. Ο Πολ Ποτ έδωσε εντολή όποιος κρινόταν ένοχος κανιβαλισμού να θάβεται στη γη μέχρι το λαιμό και να μένει εκεί μέχρι να πεθάνει. Στη συνέχεια, του έκοβαν το κεφάλι και το κάρφωναν σε ψηλούς πασσάλους, ως προειδοποίηση για τους υπόλοιπους.

Από το 1977 μέχρι το 1978 ο Πολ Ποτ άρχισε να νιώθει απειλούμενος από την ίδια του την κυβέρνηση. Είναι η ώρα να κηρύξει, όπως έλεγε: ''μια αδυσώπητη και ανελέητη, μέχρι θανάτου, μάχη κατά του ταξικού εχθρού και ιδιαιτέρως μέσα στις γραμμές μας''. 


Εξώφυλλο του Tung Padevat 
(Επαναστατικές σημαίες)

Το μηνιαίο κομματικό έντυπο, Tung Padevat (Επαναστατικές σημαίες), γράφει τον Ιούλιο του 1978: ''Παντού μες στις γραμμές μας υπάρχουν εχθροί, στο κέντρο, στο γενικό επιτελείο, στις επαρχίες, στα χωριά''. Όταν πήρε την εξουσία το 1975, η Κεντρική Επιτροπή του Κομουνιστικού Κόμματος αποτελούνταν από είκοσι δύο μέλη. Μέχρι το 1978 είχαν απομείνει τέσσερα μέλη, με τους υπόλοιπους δεκαοχτώ να έχουν εκτελεστεί. Οι εκκαθαρίσεις έπληξαν και τους εργατικούς συνεταιρισμούς: σε μία και μόνο περιφέρεια, εκτιμήθηκε από το καθεστώς, ότι 40.000 σε σύνολο 70.000 κατοίκων είναι πιθανότατα ''προδότες συνεργαζόμενοι με τη CIA''. 

Εχθρός έγινε επίσης το Βιετνάμ. Παρότι το Κ.Κ.Καμπότζης ξεκίνησε σαν παρακλάδι του κομμουνιστικού κόμματος της Ινδοκίνας του Χο Τσι Μινχ, ο Πολ Ποτ στράφηκε και εναντίον τους (ο Χο Τσι Μινχ δεν συμπαθούσε τον Μάο, ο ίδιος ήταν πράκτορας της Μόσχας με το όνομα Νγκιεν Άι Κουόκ). Αρχικά, οι Ερυθροί Χμερ εξολόθρευσαν όποιον είχε Βιετναμέζους συγγενείς ή σχέσεις με τους Βιετναμέζους εκτός των συνόρων, στη συνέχεια όμως ήταν επικίνδυνο ακόμη και να μιλάς τη βιετναμέζικη γλώσσα ή να μοιάζεις Βιετναμέζος. Οι δε στρατιωτικές δυνάμεις της Καμπότζης έλαβαν οδηγίες να εξαπολύσουν αντάρτικες επιθέσεις μέσα στο έδαφος του Βιετνάμ.



Στις 25 Δεκεμβρίου 1978, 150.000 Βιετναμέζοι στρατιώτες διέσπασαν τα στρατεύματα που φύλασσαν τα σύνορα της Καμπότζης και στις 6 Ιανουαρίου απείχαν μερικά χιλιόμετρα μόλις από την Πνομ Πενχ. Οι στρατιώτες του Πολ Ποτ δεν ήταν σε κατάσταση να αντισταθούν, αφού δεν ήταν μόνο υποσιτισμένοι, αλλά και αποδιοργανωμένοι. Η Πνομ Πενχ έπεσε στις 7 Ιανουαρίου 1979, το καθεστώς κατέρρευσε και ο Πολ Ποτ και οι εναπομείναντες οπαδοί του κατέφυγαν στις απομονωμένες βορειοδυτικές περιοχές της χώρας. Εκεί δημιούργησε μια νέα βάση ισχύος, ονομάζοντάς τη ''Λαϊκό Απελευθερωτικό Μέτωπο των Χμερ''. Φυσικά κανείς δεν ήθελε να πολεμήσει μαζί του. Έτσι επόμενα έτη έζησε στις ζούγκλες στα σύνορα Καμπότζης-Ταϊλάνδης εξακολουθώντας να πιστεύει ότι η 17η Απριλίου 1975 υπήρξε το μεγαλύτερο επαναστατικό γεγονός στην Ιστορία ''με την εξαίρεση της Παρισινής Κομμούνας του 1871''. 
Το αιμοσταγές καθεστώς των Χμέρ μέσα σε τέσσερα χρόνια εξολόθρευσε σχεδόν 2.000.000 ανθρώπους που ισοδυναμούσε με το 30% του συνολικού πληθυσμού.
Ο Πολ Ποτ δεν τιμωρήθηκε ποτέ για τα εγκλήματά του. 



πηγές:
Η μαύρη βίβλος του κομμουνισμού, εκδόσεις Εστία, Ιούλιος 2013
revealedtheninthwave.blogspot.gr


RISTORANTE VERONA