Πέμπτη, 18 Ιουλίου 2019

Γενετιστής του Χάρβαρντ παραδέχεται την ύπαρξη σημαντικών γενετικών διαφορών ανάμεσα στις φυλές






Γράφει ο Théo

Ένα από τα πλέον κλασσικά επιχειρήματα που μετέρχονται διαχρονικά οι λεγόμενοι “αντιρατσιστές,” για να δικαιολογήσουν την άλωση των λευκών ευρωπαϊκών εθνών από τα στίφη των αλλοφύλων λαθρομεταναστών, είναι  ότι “η γενετική έχει αποδείξει ότι η φυλή δεν υπάρχει.” Το εν λόγω επιχείρημα χρησιμοποιείται, αφενός για να προσδώσει επιστημονική εγκυρότητα στο μαρξιστικό αφήγημα περί πλήρους ισότητας όλων ανεξαιρέτως των ανθρωπίνων πληθυσμών, και αφετέρου για να απαξιώσει και να αφορίσει κάθε άλλη άποψη ως μη διαθέτουσα επιστημονικό έρεισμα και ως αποκλειστικά  βασιζόμενη σε “προκαταλήψεις” και “στερεότυπα.”

Δυστυχώς για αυτούς όμως, κάτι τέτοιο ουδόλως ισχύει.

Στην πραγματικότητα, μέχρι και την δεκαετία του 1960, η έννοια της φυλής (με όλες τις βιολογικές διαφορές που αυτή συνεπάγεται) ήταν πλήρως αποδεκτή από το σύνολο της επιστημονικής κοινότητος, τόσο στην Ευρώπη, όσο και στις ΗΠΑ. Μάλιστα, ήδη από τις αρχές του 20ου αιώνος, η Βιολογική Ανθρωπολογία -η επιστήμη που μελετά τα βιολογικά χαρακτηριστικά των ζώντων και  των προϊστορικών ανθρωπίνων πληθυσμών- μεσουρανούσε στα κορυφαία πανεπιστήμια των ΗΠΑ και του Ηνωμένου Βασιλείου, με διεθνούς φήμης επιστήμονες να διεξαγάγουν πρωτοποριακές έρευνες πάνω στο θέμα της ανθρώπινης βιοποικιλότητας και να συσσωρεύουν πολύτιμα δεδομένα.  Αυτό άλλαξε μετά το πέρας του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, όταν, για καθαρά πολιτικούς λόγους, επικράτησαν οι θέσεις Εβραίων κοινωνικών ανθρωπολόγων και κοινωνιολόγων (Franz Boas, Ashley Montagu κ.α.) που αμφισβητούσαν την βιολογική υπόσταση των ανθρωπίνων φυλών και επέμεναν ότι η φυλετική ταξινόμηση έπρεπε να καταργηθεί.


Franz Boas

Αργότερα, την δεκαετία του 1970, η άνοδος της γενετικής, και ιδιαίτερα του κλάδου της που ασχολείται με τους πληθυσμούς (πληθυσμιακή γενετική), δημιούργησε ακόμη μια επιστημονική βάση για την μελέτη των βιολογικών διαφορών στον άνθρωπο. Όμως, η ιδεοληπτική προσήλωση των περισσότερων γενετιστών στα προαναφερθέντα δόγματα της κοινωνικής ανθρωπολογίας, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι εκείνη την εποχή η γενετική βρισκόταν τεχνολογικά ακόμη στα σπάργανα, οδήγησε σε σοβαρές παρερμηνείες των τότε διαθεσίμων γενετικών δεδομένων. Σήμερα, οι παρερμηνείες αυτές εξακολουθούν να υφίστανται και να κωλύουν την επιστημονική έρευνα, έχοντας μετασχηματιστεί σε μια δογματική, αντιρατσιστική “ορθοδοξία” που απαγορεύει κάθε αναθεώρηση, γεγονός που τις οδηγεί νομοτελειακά σε μετωπική σύγκρουση με την ραγδαία τεχνολογική πρόοδο των τελευταίων ετών.

David Reich


Το 2018, ο βραβευμένος Αμερικανός γενετιστής David Reich, διευθυντής του τμήματος γενετικής της ιατρικής σχολής του πανεπιστημίου Χάρβαρντ (Harvard Medical School), ευρέως γνωστός στο κοινό ως επικεφαλής μιας μνημειώδους γενετικής μελέτης του 2018 που επιβεβαίωσε πανηγυρικά την Ινδοευρωπαϊκή Θεωρία (γεγονός στο οποίο θα αναφερθούμε διεξοδικά σε μελλοντική ανάρτηση), εξέφρασε ορισμένες “αιρετικές” θέσεις σχετικά με το ζήτημα της φυλής, οι οποίες δημοσιεύτηκαν σε βιβλίο του με τίτλο “Ancient DNA and the science of the human past (2018),” καθώς και σε σχετικό άρθρο του στην εφημερίδα “The New York Times”.
Τα κάτωθι αποσπάσματα είναι ειλημμένα από το προαναφερθέν βιβλίο και συγκεκριμένα από το ενδέκατο κεφάλαιο με τίτλο “Η γονιδιωματική της φυλής και της ταυτότητας” (σελ. 257-268, η έμφαση δική μας). Έχουν, δε, ιδιαίτερη αξία, καθώς προέρχονται από έναν διεθνούς φήμης, διακεκριμένο ακαδημαϊκό, ο οποίος, εκτός από εβραϊκής καταγωγής, τυγχάνει να είναι επίσης αριστερός και αντιρατσιστής, και όθεν δεν μπορεί να κατηγορηθεί από το πολιτικά ορθό καταστημένο για αντιεπιστημονική μεροληψία λόγω πολιτικής και φυλετικής προέλευσης.
“Το 1942, ο ανθρωπολόγος Ashley Montagu συνέγραψε το “Ο πιο Επικίνδυνος Μύθος του Ανθρώπου: Η Πλάνη της Φυλής,” ισχυριζόμενος ότι η φυλή είναι μια κοινωνική έννοια και όχι μια βιολογική πραγματικότητα, θέτοντας τον τόνο για το πως οι ανθρωπολόγοι και πολλοί βιολόγοι έχουν έκτοτε συζητήσει το θέμα.(…)


Ashley Montagu


Ξεκινώντας το 1972, επιχειρήματα της γενετικής άρχισαν να περιλαμβάνονται στους ισχυρισμούς που προέβαλλαν οι ανθρωπολόγοι σχετικά με την ανυπαρξία ουσιαστικών βιολογικών διαφορών μεταξύ των ανθρωπίνων πληθυσμών. Το έτος εκείνο, ο Richard Lewontin δημοσίευσε μια μελέτη της απόκλισης των τύπων των πρωτεϊνών στο αίμα. Ομαδοποίησε τους ανθρώπινους πληθυσμούς, τους οποίους ανέλυσε  σε επτά “φυλές” —Δυτικούς Ευρασιάτες , Αφρικανούς, Ανατολικούς Ασιάτες, Νότιους Ασιάτες, Αυτόχθονες Αμερικανούς, Ωκεάνιους και Γηγενείς Αυστραλούς— και ανακάλυψε ότι περίπου το 85 % των αποκλίσεων  στους πρωτεϊνικούς τύπους μπορούσε να αποδοθεί στις αποκλίσεις εντός των πληθυσμών και των “φυλών,” και μόλις το 15 % στις αποκλίσεις μεταξύ αυτών. Συμπέρανε ότι: ‘Οι φυλές και οι πληθυσμοί παρουσιάζουν εντυπωσιακή ομοιότητα μεταξύ τους, με μακράν  το μεγαλύτερο μέρος των αποκλίσεων στους ανθρώπους να αποδίδεται στις διαφορές μεταξύ των ατόμων. Η φυλετική ταξινόμηση στον άνθρωπο δεν έχει την παραμικρή κοινωνική αξία και είναι απολύτως καταστροφική για τις κοινωνικές και ανθρώπινες σχέσεις. Από την στιγμή που αυτού του είδους η φυλετική ταξινόμηση θεωρείται πλέον ως μη έχουσα ουσιαστική γενετική ή ταξινομική αξία, καμμία δικαιολογία δεν μπορεί να προβληθεί για την συνέχισή της.’


 
Richard Lewontin (επίσης Εβραίος)

Κατ’ αυτόν τον τρόπο, μέσα από την συνεργασία ανθρωπολόγων και γενετιστών, εδραιώθηκε μια καθολική παραδοχή ότι δεν υπάρχουν διαφορές μεταξύ των ανθρωπίνων πληθυσμών που να είναι αρκετά μεγάλες ώστε να υποστηρίζουν την έννοια της “βιολογικής φυλής.” Τα αποτελέσματα του Lewontin κατέστησαν σαφές ότι, για την μείζονα πλειοψηφία των χαρακτηριστικών, οι ανθρώπινοι πληθυσμοί ταυτίζονται σε έναν τόσο μεγάλο βαθμό, ώστε είναι αδύνατο να εντοπίσει κανείς ένα μεμονωμένο βιολογικό χαρακτηριστικό που να διακρίνει τους ανθρώπους στις οιεσδήποτε δύο διακριτές ομάδες, πράγμα που είναι ό,τι φαντάζονται ορισμένοι όταν σχηματίζουν στον νου τους την έννοια της “βιολογικής φυλής.” Όμως, αυτή η ομοφωνία πολλών ανθρωπολόγων και γενετιστών έχει μετατραπεί, φαινομενικά χωρίς αμφισβήτηση, σε μία ορθοδοξία που διακηρύττει ότι οι βιολογικές διαφορές μεταξύ των ανθρώπινων πληθυσμών είναι τόσο ασήμαντες, ώστε πρέπει πρακτικά να αγνοούνται —και επιπλέον, επειδή το ζήτημα ενέχει πολλές επιπλοκές, ότι η μελέτη των βιολογικών διαφορών μεταξύ των πληθυσμών θα πρέπει να αποφεύγεται, αν αυτό είναι δυνατόν. (…)

Αλλά, είτε μας αρέσει, είτε όχι, η επανάσταση του γονιδιώματος δεν πρόκειται να σταματήσει. Τα αποτελέσματα που παράγει καθιστούν αδύνατη την διατήρηση της ορθοδοξίας που εδραιώθηκε κατά την διάρκεια του τελευταίου μισού αιώνα, καθώς φέρνουν στο φως αδιάσειστες αποδείξεις για ουσιαστικές διαφορές μεταξύ των πληθυσμών.




Η πρώτη μείζων αντιπαράθεση μεταξύ της γονιδιακής επαναστάσεως και της ανθρωπολογικής ορθοδοξίας ήρθε το 2002, όταν ο Marc Feldman και οι συνεργάτες του κατέδειξαν μέσω της μελέτης αρκετών σημείων του γονιδιώματος  —ανέλυσαν 377 μεταβλητές θέσεις— ότι είναι δυνατόν να ομαδοποιήσει κανείς τους περισσότερους ανθρώπους ενός παγκόσμιου πληθυσμιακού δείγματος  σε σύνολα που σχετίζονται έντονα με τις δημοφιλείς φυλετικές κατηγορίες στις Ηνωμένες Πολιτείες: “Αφρικανοί,” “Ευρωπαίοι,” “Ανατολικοί Ασιάτες,”  “Ωκεάνιοι,” ή “Αυτόχθονες Αμερικανοί.”(…)
Άλλο ένα κύμα συζητήσεων ακολούθησε μια αναφορά του 2003, από τον Neil Risch, ο οποίος υποστήριξε με επιχειρήματα πως η φυλετική ομαδοποίηση είναι χρήσιμη στην ιατρική έρευνα, όχι μόνο γιατί την προσαρμόζει στις κοινωνικοοικονομικές και πολιτισμικές διαφορές, αλλά επίσης επειδή σχετίζεται με γενετικές διαφορές τις οποίες είναι σημαντικό να γνωρίζουμε όταν προχωρούμε στην διάγνωση και στην θεραπεία ασθενειών.(…)

Διακατέχομαι από μεγάλη συμπάθεια για την ανησυχία ότι οι ανακαλύψεις της γενετικής,  σχετικά με τις διαφορές μεταξύ των πληθυσμών, μπορεί να χρησιμοποιηθούν με λάθος τρόπο προκειμένου να δικαιολογηθεί ο φυλετισμός. Αλλά είναι ακριβώς εξ αιτίας αυτής της συμπάθειας που ανησυχώ ότι οι άνθρωποι οι οποίοι αρνούνται το ενδεχόμενο ουσιωδών βιολογικών διαφορών μεταξύ των πληθυσμών, καθ’ όλο το εύρος των γνωρισμάτων, οχυρώνονται σε μια ανυπεράσπιστη θέση, μία θέση που δεν θα επιβιώσει της επελάσεως της επιστήμης.



Κατά τις τελευταίες δύο δεκαετίες, οι περισσότεροι γενετιστές πληθυσμών έχουν επιδιώξει να αποφύγουν την σύγκρουση με την ορθοδοξία. Όποτε έχουμε ερωτηθεί σχετικά με το ενδεχόμενο της υπάρξεως βιολογικών διαφορών ανάμεσα σε ανθρώπινους πληθυσμούς, έχουμε επιδείξει την τάση να περιπλέκουμε τα πράγματα, πραγματοποιώντας μαθηματικές δηλώσεις στο πνεύμα του Richard Lewontin για το ότι η μέση γενετική διαφορά μεταξύ των επιμέρους ατόμων του οιουδήποτε πληθυσμού είναι περίπου έξι φορές μεγαλύτερη από την μέση διαφορά μεταξύ των πληθυσμών.
Επισημαίνουμε ότι οι μεταλλάξεις που βρίσκονται πίσω από ορισμένα γνωρίσματα που διαφέρουν δραματικά  ανάμεσα στους πληθυσμούς —το κλασικό παράδειγμα της χροιάς της επιδερμίδας— είναι ασυνήθιστες, και, ότι, όταν παρατηρούμε το γονιδίωμα σε όλο του το εύρος, είναι σαφές πως οι τυπικές διαφορές στις συχνότητες των μεταλλάξεων ανάμεσα στους πληθυσμούς είναι πολύ μικρότερες.



Όμως, αυτή η προσεκτικά επιτηδευμένη διατύπωση αποκρύπτει σκοπίμως το ενδεχόμενο ουσιαστικών μέσων διαφορών σε βιολογικά γνωρίσματα ανάμεσα στους πληθυσμούς. (…)
Ποιες είναι οι πραγματικές διαφορές για τις οποίες έχουμε γνώση; Δεν μπορούμε να αρνούμαστε την ύπαρξη ουσιαστικών μέσων γενετικών διαφορών ανάμεσα τους πληθυσμούς, όχι μόνο σε γνωρίσματα όπως η χροιά της επιδερμίδας, αλλά επίσης στις σωματικές διαστάσεις, στην ικανότητα της αποτελεσματικής πέψης του αμύλου ή της λακτόζης, στην ικανότητα της εύκολης αναπνοής σε μεγάλα υψόμετρα και στην επιρρέπεια σε συγκεκριμένες ασθένειες. Αυτές οι διαφορές είναι μονάχα η αρχή. Θεωρώ ότι ο λόγος για τον οποίον δεν γνωρίζουμε για έναν πολύ μεγαλύτερο αριθμό γενετικών διαφορών ανάμεσα στους ανθρώπινου πληθυσμούς είναι ότι μελέτες με αρκετή στατιστική ισχύ για να τις εντοπίσουν δεν έχουν ακόμη διεξαχθεί. Για την μεγάλη πλειοψηφία των γνωρισμάτων, ως είπε κι ο Lewontin, υπάρχει πολύ μεγαλύτερη απόκλιση εντός των πληθυσμών, παρά μεταξύ των πληθυσμών. Αυτό σημαίνει ότι άτομα με ακραία υψηλές ή χαμηλές τιμές στην μείζονα πλειοψηφία των γνωρισμάτων μπορούν να εμφανισθούν σε κάθε πληθυσμό. Αυτό, όμως, δεν αποκλείει την ύπαρξη πιο δυσδιάκριτων, μέσων διαφορών σε γνωρίσματα ανάμεσα στους πληθυσμούς.

Η αδυναμία υπερασπίσεως της ορθοδοξίας είναι εμφανής σε όλες σχεδόν τις περιπτώσεις. Το 2016, παρακολούθησα μια διάλεξη πάνω στην φυλή και την γενετική από τον βιολόγο Joseph L. Graves Jr.,  στο μουσείο αρχαιολογίας και εθνογραφίας Πίμποντυ του Χάρβαρντ. Σε κάποιο σημείο της διαλέξεως, ο Graves συνέκρινε τις πέντε, κατά προσέγγιση,  μεταλλάξεις που είναι γνωστές για το ότι επηρεάζουν σε μεγάλο βαθμό την χροιά της επιδερμίδος και διαφέρουν έντονα σε συχνότητα ανάμεσα στους πληθυσμούς, με τα περισσότερα από δέκα χιλιάδες γονίδια που γνωρίζουμε ότι είναι ενεργά στον ανθρώπινο εγκέφαλο.


Ισχυρίστηκε ότι , εν αντιθέσει προς τα γονίδια της χροιάς της επιδερμίδος, ο μέσος όρος των μοτίβων των γονιδίων που ενεργούν ειδικά στον εγκέφαλο σίγουρα θα ισοσταθμιζόταν ανάμεσα σε τόσες γεωγραφικές  περιοχές, με μερικές μεταλλάξεις να ωθούν τα συμπεριφορικά και νοητικά γνωρίσματα προς την μία κατεύθυνση και μερικές προς την άλλη. Όμως, αυτό το επιχείρημα δεν στέκει, διότι, στην πραγματικότητα, αν η φυσική επιλογή έχει ασκήσει διαφορετικές πιέσεις σε δύο πληθυσμούς από την στιγμή που διαχωρίστηκαν, τα γνωρίσματα που επηρεάζονται από πολλές μεταλλάξεις είναι εξίσου ικανά να σημειώσουν μεγάλες μέσες διαφορές ανάμεσα στους πληθυσμούς, με τα γνωρίσματα που επηρεάζονται από λίγες μεταλλάξεις.
Και πράγματι, είναι ήδη γνωστό ότι τα γνωρίσματα που διαμορφώνονται από πολλές μεταλλάξεις (όπως συμβαίνει με την συμπεριφορά και την νόηση) είναι εξίσου σημαντικοί στόχοι της φυσικής επιλογής με τα γνωρίσματα που επηρεάζονται από έναν μικρό αριθμό μεταλλάξεων, όπως η χροιά του δέρματος.

Το καλύτερο παράδειγμα που διαθέτουμε για ένα  γνώρισμα που καθορίζεται από πολλές μεταλλάξεις είναι το ύψος. Μελέτες πάνω σε εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους έχουν δείξει ότι το ύψος καθορίζεται από χιλιάδες μεταβλητές θέσεις κατά μήκος του γονιδιώματος. Μια ανάλυση του 2012, υπό τον Joel Hirschhorn, απέδειξε ότι η φυσική επιλογή πάνω σε αυτές είναι υπεύθυνη για το κατώτερο μέσο ύψος των νοτίων Ευρωπαίων, εν συγκρίσει προς εκείνο των βορείων Ευρωπαίων. Το ύψος δεν είναι το μόνο παράδειγμα. Ο Jonathan Pritchard διεύθυνε μια μελέτη που απέδειξε ότι, εδώ και δύο χιλιάδες χρόνια περίπου, έχει σημειωθεί επιλογή για γενετικές ποικιλομορφίες που επηρεάζουν έναν μεγάλο αριθμό γνωρισμάτων στην Βρετανία, συμπεριλαμβανομένης μιας αύξησης του μέσου μεγέθους της κεφαλής στα βρέφη και μιας αύξησης του μέσου μεγέθους  των γοφών στις γυναίκες  (πιθανόν ως προσαρμογή στο αυξημένο μέσο μέγεθος της κεφαλής των βρεφών κατά τον τοκετό). (…)

Το μέσο ανδρικό ύψος ανά χώρα της Ευρώπης


Για εκείνους που θα επιθυμούσαν να τοποθετηθούν ενάντια στην πιθανότητα υπάρξεως βιολογικών διαφορών αρκετά ουσιαστικών για να προκαλέσουν διαφορές στις ικανότητες ή στις έμφυτες τάσεις των ανθρώπων, ανάμεσα στους διαφορετικούς πληθυσμούς, το πιο φυσικό καταφύγιο θα ήταν ο ισχυρισμός ότι, ακόμη και αν αυτές οι διαφορές υπάρχουν, θα είναι μικρές. Το επιχείρημα θα ήταν ότι, ακόμη κι αν υπάρχουν μέσες διαφορές ανάμεσα στους πληθυσμούς σε γενετικά καθοριζόμενα γνωρίσματα που επηρεάζουν την νόηση ή την συμπεριφορά, έχει παρέλθει ένα τόσο μικρό χρονικό διάστημα από τον διαχωρισμό των πληθυσμών, ώστε οι ποσοτικές διαφορές μεταξύ τους είναι πιθανότατα ασήμαντες, επιστρέφοντας στον ισχυρισμό του Lewontin για το ότι η μέση διαφορά μεταξύ των πληθυσμών είναι πολύ μικρότερη από την μέση διαφορά μεταξύ των ατόμων.  Όμως, αυτό το επιχείρημα επίσης δεν στέκει. Το μέσο χρονικό διάστημα που χωρίζει τα ζεύγη των ανθρωπίνων πληθυσμών από τότε που διαφοροποιήθηκαν από τους κοινούς προγονικούς τους πληθυσμούς, όπερ είναι  περίπου πενήντα χιλιάδες χρόνια για ορισμένα ζεύγη μη αφρικανικών πληθυσμών και πάνω από διακόσιες χιλιάδες χρόνια ή περισσότερο για ορισμένα ζεύγη υποσαχάριων αφρικανικών πληθυσμών, δεν είναι καθόλου αμελητέο στο χρονοδιάγραμμα της ανθρώπινης εξέλιξης.





Εάν η επιλογή του ύψους και της περιμέτρου της κεφαλής των βρεφών μπορεί να λάβει χώρα μέσα σε δύο χιλιάδες χρόνια, μοιάζει σαν ένα κακό στοίχημα το να ισχυριστεί κανείς ότι δεν μπορεί να υπάρχουν παρόμοιες μέσες διαφορές στα συμπεριφορικά ή στα νοητικά γνωρίσματα. Ακόμη κι αν δεν γνωρίζουμε ποιες είναι αυτές οι διαφορές, πρέπει να προετοιμάσουμε την επιστήμη και την κοινωνία μας για να αντιμετωπίσουν την πραγματικότητα των διαφορών, αντί να στρουθοκαμηλίζουμε και να προσποιούμαστε ότι οι διαφορές είναι αδύνατο να βρεθούν.  Η τακτική του να σιωπούμε, ή του να υπονοούμε στο κοινό και στους συναδέρφους μας ότι είναι απίθανο να υφίστανται ουσιαστικές διαφορές σε γνωρίσματα ανάμεσα στους πληθυσμούς, είναι μια στρατηγική που εμείς οι επιστήμονες δεν έχουμε πλέον την δυνατότητα να χρησιμοποιούμαι και, η οποία, στην πραγματικότητα , είναι υπερβολικά επιβλαβής.

Συμπέρασμα:


Η άρνηση των βιολογικών διαφορών μεταξύ των ανθρώπινων φυλών δεν βασίζεται στα δεδομένα που μας παρέχει η επιστήμη γενετικής, αλλά στις αντιρατσιστικές ιδεοληψίες συγκεκριμένων κοινωνικών ανθρωπολόγων και κοινωνιολόγων του περασμένου αιώνος, οι οποίες οδήγησαν σε παρερμηνείες των αρχικών γενετικών δεδομένων. Οι σύγχρονες γενετικές μελέτες, όχι μόνο καταδεικνύουν ότι οι φυλές είναι γενετικά διακριτοί πληθυσμοί, αλλά επίσης αφήνουν ανοιχτό και λίαν πιθανό το ενδεχόμενο για σημαντικές γονιδιακές διαφορές μεταξύ τους, τόσο στα σωματικά (όπου πολλές και σημαντικές διαφορές έχουν ήδη εντοπιστεί), όσο και στα πνευματικά τους γνωρίσματα. Όσοι, δε, επιλέγουν συνειδητά να ακολουθούν και να υποστηρίζουν το –πλήρως ανασκευασμένο πλέον– πολιτικά ορθό αφήγημα περί της “μη υπάρξεως ουσιαστικών γενετικών διαφορών ανάμεσα στις φυλές,” αργά η γρήγορα θα  βρεθούν εκτεθειμένοι και θα συνθλίβουν υπό το βάρος των αδιάσειστων στοιχείων περί του αντιθέτου.

Ristorante Verona